Ο ψυχρός πόλεμος κατοικεί πρώτα απ΄όλα μέσα μας

Τον Πολωνό σκηνοθέτη Πάβελ Παβλικόφσκι, τον γνώρισα πρώτη φορά από την ταινία IDA, η οποία ταινία σάρωσε τα βραβεία, λαμβάνοντας δεκαπέντε συνολικά, συμπεριλαμβανομένου και του Όσκαρ Ξενόγλωσσης ταινίας για το 2014. Αυτό που θυμάμαι, είναι ότι η σκηνοθεσία της ταινίας μου άφησε μια ιδιαίτερα καλή αίσθηση, ενώ κινηματογραφικά ήταν πολύ ενδιαφέρον το γεγονός ότι γυρίστηκε σε ασπρόμαυρο φιλμ και σε τετράγωνο καρέ (1:1). Αυτά τα σκηνοθετικά στοιχεία επαναλαμβάνει και στην ταινία του σημερινού άρθρου για το φιλμ Cold War, η οποία χάρισε στον Παβλικόφσκι το βραβείο σκηνοθεσίας στο φεστιβάλ Καννών.
Η σκηνοθεσία του Παβλικόφσκι είναι «σφιχτοδεμένη», ένα όρο που χρησιμοποιώ αρκετά συχνά στα άρθρα μου, αλλά σήμερα ίσως μπορέσω να τον αναπτύξω λίγο περισσότερο, με αφορμή την συγκεκριμένη ταινία. Με τον όρο αυτόν, εννοώ σκηνοθεσία απαλλαγμένη από οτιδήποτε περιττό, χωρίς σκηνές «γεμίσματα»του κινηματογραφικού χρόνου. Κάθε σκηνή είναι ένα κομμάτι που συμπληρώνει το πάζλ που λέγεται ταινία, χωρίς να υπάρχουν άχρηστες, αδύναμες ίσως, σκηνές επιτυγχάνοντας οικονομία και ένα δέσιμο των σκηνών σε μια μεγαλύτερη σύνθεση αυτήν ολόκληρης της ταινίας ως σύνολο. Εκτός από τα παραπάνω, ένα ακόμα ενδιαφέρον σκηνοθετικό στοιχείο είναι ότι η ταινία έχει ροή, ενέργεια και ρυθμό,τα οποία πιστεύω ότι αποτελούν πολύ σημαντικά γνωρίσματα μιας καλής ταινίας. Τέλος, δεν θα μπορούσα να μην σχολιάσω το καδράρισμα του σκηνοθέτη, κάθε πλάνο μια μικρή φωτογραφία, κάθε πλάνο έχει μια δική του δυναμική, βγάζει τη δική του μουσικότητα, παρ’ όλη την έλλειψη μουσικής σε κάποια πλάνα.
Το σκηνικό της ταινίας, Cold War, τοποθετείται λίγο μετά τον Β παγκόσμιο πόλεμο, στην Πολωνία, η οποία βρίσκεται υπό την κατοχή της Σοβιετικής Ένωσης. Από τις πρώτες σκηνές, μπορούμε να δούμε την κατάσταση της Πολωνίας  μεταπολεμικά. Γκρεμισμένα κτίρια, καταστραμμένοι δρόμοι και σπίτια, φτώχεια και ερήμωση. Όλα αυτά συνθέτουν ως χαρακτηριστική εικόνα, εκτός από την περίπτωση της Πολωνίας, μια ενδεικτική ιστορική εικόνα και άλλων χωρών, που βίωσαν την φρίκη του πολέμου, μια διατοπική εικαστική σύνθεση μεταπολεμικής καταστροφής. Οι άνθρωποι που επιβίωσαν από τον πόλεμο παρουσιάζονται με μια αξιοσημείωτη θέληση και λαχτάρα για ζωή. Ο πόλεμος τελείωσε, οι άνθρωποι πλέον τραγουδούν και δεν φοβούνται,αισιοδοξούν και δεν μοιρολατρούν. Ίσως με αυτήν την σκηνή με το τραγούδι, ο σκηνοθέτης να επιθυμεί να δείξει την προπαγάνδα του κουμουνιστικού συστήματος της εποχής εκείνης, καθώς παρατηρούμε ότι τα τραγούδια είναι είτε παραδοσιακά,είτε υμνούν το καθεστώς και συγκεκριμένα, τον Στάλιν. Ίσως όμως να μην είναι αυτή η πρόθεση του σκηνοθέτη και οι άνθρωποι πράγματι να μην φοβούνται, να τραγουδούν ελεύθερα και να αισιοδοξούν για μια καλύτερη ζωή. 
Πρωταγωνιστής της ταινίας είναι  ο Βίκτορ (Tomasz Kot),ο οποίος είναι συνθέτης και πιανίστας και μαζί με την συνεργάτιδα του κάνει ακροάσεις σε νέους και νέες καλλιτέχνες. Σκοπός τους είναι να δημιουργήσουν έναν θίασο με παραδοσιακά τραγούδια και χορούς. Μέσα από αυτή την κρατική ανάθεση, ο Βίκτορ ξεχωρίζει αμέσως τη Ζούλα (Joanna Kulig), μια όμορφη τραγουδίστρια με καλή φωνή, φλογερό ταμπεραμέντο, κοφτερή γλώσσα και σκοτεινό παρελθόν. Οι ερμηνείες και των δυο ηθοποιών ξεχώρισαν και θεωρώ ότι χρειάζεται ιδιαίτερη μνεία για αυτό. Η επιλογή των δυο συγκεκριμένων ηθοποιών από τον σκηνοθέτη, τον δικαίωσαν, καθώς και οι δυο τους έδωσαν μια καλή, μετρημένη και σοβαρή ερμηνεία στους ρόλους, που κλήθηκαν να ενσαρκώσουν.
Ο θίασος του Βίκτορ πραγματοποιεί μια εξαιρετική παράσταση και το κουμμουνιστικό σύστημα προτείνει στον θίασο να κάνει περιοδεία στα κράτη  της Ανατολικής Ευρώπης και των Βαλκανίων, τα οποία βρίσκονται υπό την επιρροή της Σοβιετικής Ένωσης και του κουμμουνισμού. Ο Βίκτορ όμως το σκάει από την Πολωνία, η Ζούλα όμως δεν έχει την δύναμη να το κάνει. Το αποτέλεσμα είναι ο Βίκτορ να εργάζεται στο Παρίσι,ως πιανίστας και συνθέτης μουσικής σε κινηματογραφικές ταινίες. Μετά από λίγο καιρό ο Βίκτορ επισκέπτεται την Ζούλα σε μια παράσταση στην Γιουγκοσλαβία, αλλά φυγαδεύεται από φίλους, γιατί σε περίπτωση παραμονής του εκεί, τον περιμένει η φυλακή και η εξορία. Το σύστημα δεν ξεχνά, ούτε συγχωρεί. Αλλά η δύναμη του έρωτα θα είναι πάντα μεγαλύτερη από τα κράτη και τους μηχανισμούς τους. Η Ζούλα επισκέπτεται τον Βίκτορ στο Παρίσι, πόλη στην οποία ξεκινάει να κάνει κάποια καλλιτεχνικά βήματα ως τραγουδίστρια.Δεν θα μπορέσει όμως να προσαρμοστεί σε αυτό το περιβάλλον και η σχέση με τον Βίκτορ θα περάσει κρίση. Το αποτέλεσμα θα είναι η Ζούλα να επιστρέψει πίσω στην Πολωνία και ο Βίκτορ να την ακολουθήσει σε αυτήν την αντίστροφη πορεία, με το τίμημα να συλληφθεί και να φυλακιστεί. Ο Βίκτορ πληρώνει το τίμημα αυτό με αντάλλαγμα την αγάπη της Ζούλα.
Tomasz Kot and Joanna Kulig in Cold War
Ο Παβλικόφσκι τους ακολουθεί μέσα σε ένα διάστημα 15 χρόνων – από το 1949 μέχρι και τα μισά των 60s με πολλές γεωγραφικές μετατοπίσεις από την αγροτική Πολωνία στο αστικό Παρίσι. Όπως επίσης και με μουσικές μετατοπίσεις από τα παραδοσιακά Πολωνικά τραγούδια στηνJazz. Οι δυο ήρωες προσπαθούν να ξεπεράσουν τα φυσικά,ιδεολογικά και συναισθηματικά σύνορα που βάζουν εμπόδια στην ένωση τους. Θα τα καταφέρουν; Η επιλογή του τελευταίου πλάνου της ταινίας δίνει ίσως, μια απάντηση. Με κινηματογραφικά νέα και ίσως παλιότερα και κλασσικά, θα βρεθούμε στην ίδια στήλη εδώ την ερχόμενη Παρασκευή.

ΑνδρέαςΕλματζόγλου

FB/TWITTER andreas.elmatzoglou

Email: a.elmatzoglou@gmail.com

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here