Δεν πάει πολύς καιρός που έψαχνα, μετά μανίας, να βρω το τηλέφωνο ενός συγκεκριμένου θεάτρου. Εντάξει, όταν λέω δεν πάει πολύς καιρός, εννοώ πως δεν έχουν περάσει πάνω από έξι-επτά χρόνια. Ρωτούσα καινούργιους συναδέλφους και με κοιτούσαν σαν να τους ζητούσα πέτρα απ’ τον Άρη. Πήρα τις πληροφορίες καταλόγου. Πουθενά στα κιτάπια τους. Εγώ επέμενα. Ήμουν σίγουρη πως κάτι δε θα κατάλαβαν καλά: «Ακούσατε, καθαρά, το όνομα; Η διεύθυνση είναι η τάδε». Η ευγενέστατη τηλεφωνήτρια που δεν είχε κανένα πρόβλημα με τ’ αυτιά της, όπως επέμενα να την πείσω, μου είπε, πως σ’ εκείνη την οδό δεν υπάρχει θέατρο, αλλά ένα σούπερ μάρκετ.
Σούπερ μάρκετ; Μειδίασα κλείνοντας το τηλέφωνο. Τα θέατρα δεν κλείνουν για να γίνουν σούπερ μάρκετ. Πήρα τ’ αυτοκίνητο και πήγα να κάνω αυτοψία. Και μαντέψτε! Στη θέση του θεάτρου είδα ένα σούπερ μάρκετ. «Στο σουπερμάρκετ, στο σουπερμάρκετ θα βρούμε φρέσκα, κατεψυγμένα και πλαστικά – μήλα, μπανάνες, γάλα Carnation και κότες…» άρχισα να μουρμουρίζω το μεγάλο σουξέ του 1976.
Έσβησα τη μηχανή και κάθισα να το χαζέψω. Όχι με την καινούργια του μορφή αλλά, όπως ήταν τυπωμένο στη μνήμη μου. Θυμήθηκα το φουαγέ, την πλατεία, τη σκηνή, τις πρωτοποριακές παραστάσεις που είχα δει κι είχα ζηλέψει (με την καλή έννοια), τις παρέες που μαζί τις βλέπαμε κι έφυγα πριν εμφανιστεί η «δραματική» πλευρά του εαυτού μου κι αρχίσει να»πικροθρηνωδεί κι αιματοστηθοδέρνεται».
Ήταν, λοιπόν, αρκετός ο χρόνος που απείχα απ’ τα κοινά. Δεν το είχα σκεφτεί, ποτέ, πριν. Η ζωή μας επιφυλάσσει συχνά εκπλήξεις, όχι ευχάριστες. Που δε μας αφήνουν να συνεχίσουμε τη ρουτίνα μας, τα σχέδιά μας, τα όνειρά μας. Είναι αυτό που λένε, όταν ο άνθρωπος σκέφτεται ο Θεός γελά. Κι όταν κάνει σχέδια, ο Θεός ξεκαρδίζεται.
Θα μου πεις, τώρα, γιατί αγχώθηκα;
Τροφή προσφέρει το ένα, τροφή και τ’ άλλο. Ναι; Το ίδιο είναι; Σύμφωνα με τον Βίκτωρα Ουγκώ : «Εκεί που ανοίγει ένα σχολείο, κλείνει μια φυλακή». Μήπως κι όταν τα θέατρα κλείνουν για να γίνουν αγορές, κλείνει η στρόφιγγα του μυαλού κι ανοίγει εκείνη της κοιλιάς; Τα φαινόμενα παρακολουθώ γι’ αυτό σε ρωτάω.
Δεν είναι τυχαία η μετάδοση τόσων εκπομπών μαγειρικής, στη δεκαετία της λιτότητας, των αυτοκτονιών και των συσσιτίων. Τα παιδιά λιποθυμούν στα σχολεία κι εμείς μαγειρεύουμε στις τηλεοράσεις γκουρμέ (ουπς, gourmet, χίλια συγνώμη).  Ένα θέατρο παραλόγου, μεταφερμένο στην καθημερινότητά μας που δεν μας αφήνει καν αδιάφορους. Ακόμα και η αδιαφορία είναι μια ένδειξη ότι αναγνωρίζουμε το άσχημο παιχνίδι που παίζεται. Αλλά εμείς συμμετέχουμε, κάνουμε «νούμερα», μετατρέπουμε, ακόμα και τα παιδιά μας, σε μικρούς μάγειρες. Και ξαφνικά το φαγητό που δεν υπάρχει σε πολλά σπίτια, έγινε πυρηνική φυσική στη δυσκολία. Πολύπλοκο, παιχνιδιάρικο… σέξι, θα τολμούσα να πω! Το σούπερ μάρκετ σε αντίθεση με το θέατρο πρέπει να επιβιώσει.
Και κάπως έτσι μπερδέψαμε το φαγητό με την πνευματική τροφή. Συνήθως, αυτά πάνε μαζί για να υπάρχει ισορροπία. Κι εμείς, πραγματικά, ζούμε σε μια χώρα ανισόρροπη. Στερούμαστε το φαγητό αλλά, παρακολουθούμε με προσήλωση, κάθε μέρα, την εικόνα λαχταριστών γευμάτων στις οθόνες μας – κοίτα ομορφιάγιατί να πονοκεφαλιάζεις με άσχετα; Γεμίζουμε το στομάχι μας με τροφές άθλιας ποιότητας, μόνο και μόνο για να μην τρέχουν τα σάλια μας την ώρα της θέασης – φάε, αυτό έχεις ανάγκη, όχι τη σκέψη. Εκπτώσεις στο φαΐ, εκπτώσεις και στο Θέατρο. Παραστάσεις χωρίς νόημα, χωρίς κείμενο και χωρίς σκηνοθεσία. Εισιτήριο φθηνό. Ή κουβαδάκι για τα κέρματα – για να βάζουν κουβαδάκι σκέψου τι παράσταση θα είναι. Όπως ακριβώς θα έλεγαν στην αντίθετη περίπτωση: με τόσο υψηλό εισιτήριο, ποιον περιμένουν να τους πάει; Λόγια μόνο λόγια κι η σκέψη σε αναμονή.
Ίσως γι’ αυτό τα Θέατρα γίνονται σούπερ μάρκετ.
Έχουν πολλά κοινά: μεγάλους χώρους, δίνουν τροφή (ας πούμε), κάνουν προσφορές, ζητούν συνδρομητές, κάνουν εκπτώσεις. Είναι αφελές να πιστεύουμε πως οι τροφές που τρώμε ή στερούμαστε, δε θα μας αλλάξουν συναισθηματικά, ώστε να μεταβάλλουν τη συμπεριφορά μας. Χρησιμοποιούμε πολύ άχυρο για τροφή κι λίγη φαιά ουσία για σκέψη. Το θέατρο που διαπαιδαγωγεί τον άνθρωπο,  βελτιώνει τον χαρακτήρα του και τον κάνει καλύτερο αφού τον βοηθά να σκέφτεται, πως η ζωή του μπορεί να γίνει καλύτερη, το παραμέρισαν βάζοντας στη θέση του μια οθόνη με ταρτάρ αβοκάντο με γαρίδες, τερίν με λαβράκι και χτένια, μίνι κορμούς με φραμπουάζ, την ώρα το μεσημεριανό του είναι φακές χωρίς σαρδέλα ή φέτα για να μην ξεχνάει τη μιζέρια του.
Τελικά, είμαι ότι τρώω. Τρώω παθητικά, είμαι παθητικός, τρώω κουτόχορτο είμαι κουτόχορτο, τρώω το αγλέουρα, είμαι αγλέουρας, τρώω τον άμπακα, είμαι άβακας, τρώω άχυρα…ε, είμαι άχυρο!
Δουλεύουμε για να τρώμε για να παίρνουμε δύναμη να δουλεύουμε, για να τρώμε για να παίρνουμε δύναμη, να δουλεύουμε.
(Τζον Ντος Πάσος, 1896-1970, Αμερικανός συγγραφέας)
Φωτεινή  Βαμβούκη
Ηθοποιός
artcult.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here